Το ψηφιδωτό είναι ένα καλλιτεχνικό κόσμημα για τις επιφάνειες, το οποίο δημιουργείται από μικρούς χρωματιστούς δομικούς λίθους σε ένα υπόστρωμα προσκόλλησης, επί παραδείγματα από πέτρες, ορυκτές ύλες, γυαλί, πλακάκια, επίστρωση με κεραμίδια ή κοχύλια.
Τα πιο παλιά γνωστά ψηφιδωτά προέρχονται από τον 8ο αιώνα προ Χριστού και
δημιουργήθηκαν από χαλίκια, μια τεχνική η οποία βελτιώθηκε από Έλληνες τεχνίτες τον 5ο αιώνα προ Χριστού. Τα χαλίκια έχουν
το ίδιο σχήμα και ποικίλουν σε σχέση με το χρωματικό τους φάσμα μεταξύ του λευκού και του μαύρου. Συγκεντρώθηκαν και
τοποθετήθηκαν χωρίς επεξεργασία σε ψηφιδωτά επάνω σε δάπεδα και πεζοδρόμια.
Ήδη με αυτή την περιορισμένη τεχνική κατάφεραν οι Έλληνες τεχνίτες να δημιουργήσουν υψηλής αξίας και πολύπλοκα σχέδια, χρησιμοποιώντας πέτρες μεγέθους ενός έως δύο εκατοστά και γεμίζοντας τα περιγράμματα με μικρά μαύρα χαλίκια. Τον 4ο αιώνα προ Χριστού επεκτάθηκε το φάσμα των επιτευχθέντων σχεδίων με χαλίκια επικαλυμμένα με πράσινο και κόκκινο χρώμα.
Κατά την αρχαιότητα χρησιμοποιείτο η τεχνική της τοποθέτησης ψηφιδωτών πρωτίστως σε
δάπεδα και πεζοδρόμια. Η διάρκεια και η ανθεκτικότητα ήταν ένας εξαίρετος λόγος για τη χρήση τους.
Οι πέτρες και κυρίως το μάρμαρο και ο ασβεστόλιθος απεδείχθησαν εξαιρετικά κατάλληλα για τη δημιουργία ψηφιδωτών. Το μάρμαρο μπορεί να σπάσει εύκολα σε μικρότερα κομμάτια και παρουσιάζει μια φυσική ποικιλία χρωμάτων η οποία μειώνει σε ανεκτά επίπεδα τους περιορισμούς του οποίους αντιμετωπίζει ένας καλλιτέχνης.
Παρότι η δημιουργία αυτής της μορφής τέχνης χρεώνεται στους Έλληνες,συναντάται το ίδιο και στους Ασσύριους, στους Αιγύπτιους, στους Πέρσες και σε άλλους νεώτερους ανώτερους πολιτισμούς. Τα Ρωμαϊκά ψηφιδωτά έχουν τη φήμη των καλύτερων του είδους. Οι Ρωμαίοι βελτίωσαν την τεχνική των ψηφιδωτών για τη χρήση σε τοίχους και δάπεδα στα αρχοντικά, στις βίλες και σε δημόσια κτίρια. Μετά την πτώση της Ρώμης η τεχνική της τοποθέτησης ψηφιδωτών ενσωματώθηκε στην Χριστιανική, στην Περσική και στην Ινδική αρχιτεκτονική. Σήμερα τα κέντρα των χειροποίητα κατασκευασμένων ψηφιδωτών βρίσκονται στο Λίβανο και στη Συρία. Στις βιομηχανοποιημένες χώρες όπως για παράδειγμα η Ιταλία και η Ελλάδα, τα χειροποίητα ψηφιδωτά είναι πανάκριβα και η συγκεκριμένη τέχνη, παρά τη μεγάλη παράδοση, έχει σχεδόν εξαφανιστεί.
Οι πέτρες ψηφιδωτών έχουν κατά κανόνα τη μορφή μικρών ορθογώνιων ή τριγώνων και
συναρμολογούνται για τη δημιουργία εικόνων ψηφιδωτών. Τις περισσότερες φορές τοποθετούνται με κονίαμα ή με ένα άλλο
είδος κόλλας στην εξωτερική πλευρά ενός τοίχου ή επάνω στο δάπεδο (κόλλα πλακιδίων ή κόλλα για κεραμικό). Όλο και
πιο πολύ βρίσκει κανείς ψηφιδωτά τα οποία ίσως είναι ενσωματωμένα και σε έπιπλα, όπως π.χ. σε τραπέζια κήπων και σαλονιών,
σε θύρες ή σε πάγκους εμπορικών επιχειρήσεων σε ξενοδοχεία και σε επιχειρήσεις γαστρονομίας.
Κάθε μεμονωμένη πέτρα ψηφιδωτού είναι μικρή και άνευ σημασίας. Μόνο κατά τη συναρμολόγηση πολλών πετρών και από απόσταση φαίνεται η συνολική εικόνα με την ποιότητα του διακοσμητικού χαρακτήρα.
Ως μορφή κατασκευής τα ψηφιδωτά συγκρίνονται καλύτερα με τη ζωγραφική. Με αυτά δημιουργούνται δισδιάστατα σχέδια ή εικόνες. Όπως στη ζωγραφική μπορούν να δημιουργηθούν διακοσμήσεις μεγάλων επιφανειών, ωστόσο αυτός που κάνει την τοποθέτηση περιορίζεται κατά την επιλογή των χρωμάτων του μέσω των φυσικών ιδιοτήτων του χρησιμοποιούμενου από αυτόν υλικού.
Από αυτή την άποψη είναι μια δύσκολη τέχνη το να επιτυγχάνει κανείς τα ίδια εφέ φωτός και σκιών όπως στη ζωγραφική με αυτή την περιορισμένη επιλογή χρωμάτων και με τα μεγαλύτερα εικονοστοιχεία, ωστόσο ακόμα και κοιτάζοντας από μακριά τα εικονοστοιχεία ενσωματώνονται σε μια συνολική εικόνα.
Από την άλλη το είδος της αντανάκλασης φωτός οδηγεί σε μια χρωματική φωτεινότητα η οποία
δεν μπορεί να επιτευχθεί με ζωγραφισμένες ή εκτυπωμένες εικόνες.
Όπως κάθε χρησιμοποιούμενο μέσο για διακόσμηση, ένα ψηφιδωτό έχει τις ιδιαίτερες του ποιότητες και υπόκειται σε περιορισμούς οι οποίοι το διαφοροποιούν από άλλα μέσα. Τα ψηφιδωτά αξίζουν ιδιαίτερα εάν πρέπει να διατηρηθεί μια πολύτιμη εικόνα κόσμημα για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα και συνάμα να υπόκειται σε δυνατές καταπονήσεις λόγω των καιρικών συνθηκών ή όταν πατιέται πάρα πολύ. Τα Βυζαντινά ψηφιδωτά τα οποία κατασκευάζονταν πριν από αιώνες, εντυπωσιάζουν έως σήμερα όσο και οι πλάκες των τάφων στους κεντρικούς κλίτους των ναών στη Μάλτα, οι οποίες έχουν επισκευθεί και θαυμάζονται από εκατοντάδες ανθρώπους.
Σε ένα ψηφιδωτό ο χρόνος παραμένει αμετακίνητος, φαίνεται ποιος ήταν η δημιουργός ή ο εντολέας της κατασκευής του, μέχρι τη στιγμή που καταστραφεί λόγω της βίαιης μεταχείρισης από κάποιους ανθρώπους. Είναι εικόνες της αιωνιότητας εφόσον τοποθετούνται σε σημεία και αντικείμενα τα οποία επίσης προορίζονται για την αιωνιότητα. Ως οικιακό κόσμημα προσφέρουν μια πρόσοψη η οποία ποτέ δεν πρόκειται να ξεθωριάσει ή δεν θα χρειαστεί να βαφτεί εκ νέου, Αρκεί ένας καθαρισμός και ενδεχόμενη βελτίωση της στεγανοποίησης αρμών.